Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Όταν σ' ερωτεύτηκα,νομίζω έβρεχε

Ξύπνησα κουλουριασμένη μέσα στον ιδρώτα,με το σεντόνι γύρω από το λαιμό.
Μύριζε έντονα υγρασία και βαθιά στον ύπνο μου άκουγα τις σταγόνες της βροχής κι ας μην είχε αρχίσει να βρέχει.
Ο ουρανός ήταν κατάμαυρος και οι αστραπές νότια της πόλης μαρτυρούσαν πως η βροχή πλησιάζει κι από εδώ.
Σε κάποιες στιγμές της ζωής μου,η βροχή μου ταιριάζει τόσο πολύ.
Όπως ετούτη. Μου έλειψε το καλοκαιρινό μπουρίνι,όσο μου έχεις λείψει και εσύ.
Πάντα την έβλεπα ως τιμωρία για όλα τα λάθη που εμείς οι άνθρωποι διαπράττουμε.
Πάντα είχα την (ψευδ)αίσθηση πως μαζί με τους δρόμους που ξεπλένει η βροχή,
λίγο λίγο ξεπλένονται και οι βρώμικες ψυχές των ανθρώπων. -εκτός αν έχουν προλάβει,και έχουν σαπίσει ήδη-




Έβγαλα το αμάνικο μπλουζάκι,φόρεσα κοντομάνικο και βγήκα στο μπαλκόνι με τον καφέ που τυραννάω από το πρωί.
Ήταν η στιγμή που δεν υπήρχε παρελθόν και μέλλον. Η στιγμή που δεν είχα κανέναν ηλίθιο να μιλά πάνω από το κεφάλι μου και να με βαραίνει με τα δικά του. Η ολόδική μου στιγμή. Οπότε,άφησα τις σκέψεις μου να κάνουν πασαρέλα ανενόχλητες στο μυαλό μου..

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Με λάθος συνοδοιπόρους

Κι αν προχωρούμε σε λάθος δρόμο;
Κι αν δε γίνεται να σώσουμε τίποτα,να σωθούμε οι ίδιοι;
Αν τα συναισθήματα παραπλανούν;
Ή αν όλα είναι παιχνίδι του μυαλού;

Εσύ προχώρα!
Κι ας μην ξέρεις που πας.
Ας μην ξέρεις ακριβώς ποιος περπατά δίπλα σου και ποιανού το χέρι κρατάς.
Μη ρωτήσεις τίποτα. Αρκέσου στο κάτι.
Συνέχισε να ψάχνεις άλλα μέρη κι άλλες πολιτείες.
Να περπατάς σε σοκάκια πρωτόγνωρα.
Να γνωρίζεις από σπόντα νέα άτομα.
Κι ας μη συμφωνείτε πουθενά.
Κι ας λες εσύ μαύρο κι αυτοί άσπρο.

Ξάπλωσε σε κρεβάτια μιας βραδιάς.
Απόλαυσε τη φεγγαράδα με αγνώστους και γέλα με την ψυχή σου με τα δήθεν αστεία τους.
Ψάξε κάτι που αδυνατείς να προσδιορίσεις κι όταν το βρεις κάν' το δικό σου.
Κάνε τη ζωή σου να μοιάζει με ταινία παλιάς εποχής.
Τραγούδα δυνατά και χόρεψε χωρίς να υπάρχει αύριο.








Γιατί είμαστε πολύ μικροί για να έχουμε τέτοια θλίψη*

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

και το ήξερα πόσο λάθος είναι,και το συνέχιζα

Φύγε για όλες τις φορές που μαλώσαμε,βριστήκαμε,χαλαστήκαμε
για όλες τις φορές που καταπάτησες την αξιοπρέπειά μου και γελούσες σατανικά
για όλες τις φορές που έτρεμα από τα νεύρα μου εξ' αιτίας σου,όπως τώρα
για όλες αυτές που ό,τι όμορφο ένιωθα μετατρεπόταν σε μίσος και οργή ατελείωτη
και τελικά πνιγόταν στη θάλασσα της ματαιότητας και του εγωισμού

Α Σ Ε  Μ Ε

για όλα αυτά τα βράδια τα αξημέρωτα
για τα μηνύματα που δε στάλθηκαν ποτέ
για όλα όσα με πνίγουν τόσο καιρό
γιατί δεν αντέχω πια να σ' αγαπώ,
αν μπορείς κάν' το εσύ.




(ένα λεπτό πριν,θα ορκιζόμουν πως πάντα σ' αγαπούσα
αλλά ευτυχώς δεν πρόλαβα να τ' ορκιστώ.)

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Αυτή η μανία μου να αγαπώ κάτι που πια δεν υπάρχει

Πρωινοί καφέδες και Δεληβοριάς,
βόλτες ως το χάραμα στην πόλη,
αγγίγματα τυχαία και λέξεις ψιθυριστές,
ανάσες κοφτές και καυτές,
η θάλασσα,ο ήλιος,τα κύματα,σε βλέπω παντού,
σχέδια κρυμμένα από το φως της ημέρας,
προσπάθεια να αφαιρέσω τη νύχτα από τα μάτια μου,
έρωτες και φιλίες που μυρίζουν ανασφάλεια -κάνε κάτι να το αλλάξεις
πεταμένα συναισθήματα και τσιγάρα εδώ κι εκεί
τάσεις φυγής επιτακτικές και αποπνικτικές.






κι ύστερα θα 'ρθεις πάλι για λίγο,
αλλά δεν υπόσχομαι πως θα 'μαι όπως με άφησες.


Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Σοβαρά ρε,τελειώσαμε τώρα;

Το ρολόι βρίσκεται στον ίδιο τοίχο,απέναντι από το γραφείο χρόνια τώρα. Είναι λευκό με μαύρους δείκτες και ο ήχος είναι πάντοτε ο ίδιος. Παλιά θυμάμαι μ' ενοχλούσε ο θόρυβος που έκανε και το βράδυ το μετακόμιζα γιατί αδυνατούσα να κοιμηθώ,ώσπου έγινε μια συνήθεια σαν όλες τις άλλες. Από χθες οι δείκτες του ρολογιού προχωρούν κανονικά λες και δεν έχει αλλάξει τίποτα,μα έχουν αλλάξει τόσα. Έβγαλα την μπαταρία με την ελπίδα πως θα σταματήσει να χτυπά και πως θα μπορέσω να έχω την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος έχει σταματήσει. Οι δείκτες όμως εξακολουθούν να κουνιούνται στο σωστό ρυθμό και θυμώνω.
Δυναμώνω τη μουσική στα ακουστικά και προσπαθώ να ξεχαστώ,αλλά ο ήχος του ρολογιού και οι ακατάσχετες σκέψεις με ενοχλούν και η ένταση που νιώθω,σφίγγει το κεφάλι. Μέσα στους τέσσερις τοίχους και με τα ρολόγια να παίζουν το δικό τους παιχνίδι νιώθω να ασφυκτιώ. Σηκώνομαι και περπατώ ως το μπαλκόνι -πάντα ξυπόλητη με τα πόδια να δροσίζονται αυτό το καυτό βράδυ.
Αντικρίζω τη θέα,που είναι κάτι παραπάνω από σαγηνευτική και στρέφω το βλέμμα μου στην άνετη πολυθρόνα που καθόμασταν αγκαλιά μετρώντας τα αστέρια και κάνοντας ευχές πολλές. Αναρωτιέμαι πού άραγε να πήγαν όλα αυτά. Κοιτώ μακριά,ποτέ κοντά,προσπαθώντας να δω ένα αύριο κι αντί γι' αυτό βλέπω ένα ατέρμονο τίποτα. Πρόσωπα κενά,χωρίς ψυχές και σώματα με μάτια θολά,ίσως και βουρκωμένα. Μη ρωτάς φίλε μου τι ακριβώς νιώθω γιατί δεν υπάρχει απάντηση. Μονάχα ζεματάω κι ένα τόσο δα καρφί διαπερνά ολάκερο το σώμά μου. Κρατώ τα βλέφαρα κλειστά για να μη βλέπω τον πόνο στα μάτια και να μη ζητώ εξηγήσεις στον καθρέφτη που αδυνατώ να δώσω.



σε θέλω απόψε και σε χρειάζομαι όσο τίποτα
πες μου,θα έρθεις;