Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

πόσο διαφορετικά δυο μάτια ερωτευμένα.

Να της στέλνεις μήνυμα για μία έστω "καληνύχτα" τα ξημερώματα.
Να αποζητάς τα μελί μάτια της και το χαμόγελό της.
Να πάψεις να είσαι σοβαρός και μετρημένος.
Να μιλάς χωρίς σωστή σύνταξη των λέξεων.
Να μη σκέφτεσαι,να φέρεσαι μαζί της πάντα ανώριμα και παιδιάστικα.

Κι αυτή...
θα νιώθει πεταλούδες στο στομάχι,
θα της κόβονται τα πόδια με μια ματιά σου,
θα θέλει να χοροπηδήξει και να ουρλιάξει αλλά δεν θα μπορεί.
Το χέρι της θα ιδρώνει από αγάπη μια μέρα σαν κι αυτή,
θα περιμένει με αγωνία το πρώτο σας φιλί,
και δεν θα ακούει τίποτε άλλο πέρα από τη φωνή σου.
Όλα τα υπόλοιπα θα φαντάζουν τόσο μικρά και ανούσια μπροστά σου.
Κι ύστερα θα ξοδέψουμε μέρες,ώρες και νύχτες επάνω από το τηλέφωνο,
πάνω από την πρίζα φορτίζοντάς το και λέγοντας απολύτως τίποτα.
Θα ματώσουμε και θα κλάψουμε για μικρά καβγαδάκια,
και θα χωρίσουμε όταν θα ΄χει ανάδρομο Ερμή.
Θα κοιμηθούμε αγκαλιά κι όταν θα ξυπνήσουμε,
θα 'χει βγει ο πιο υπέροχος ήλιος να μας φτιάξει τη μέρα.
Θα 'μαι δικιά σου. Κι εσύ δικός μου.
Κι αυτό από μόνο του θα 'ναι αρκετό.



(γιατί η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία!)

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

όταν η μπόρα τελειώσει

Ανοίγει τα μάτια της κάθε πρωί την ίδια ώρα. Αναβολή ξυπνητηριού όπως πάντα. Σηκώνεται μόλις 15 λεπτά πριν περάσει το λεωφορείο από την καθορισμένη στάση. Τρέχει σαν το Βέγγο να προλάβει. Τα μαλλιά ένα βιαστικό κότσο κι ενώ παραμιλάει και βρίζει την τύχη της,βάζει το τζιν και το πρώτο μπλουζάκι που βρήκε μέσα στη ντουλάπα. Αναρωτιέται αν σήμερα πρέπει να παριστάνει το χαμογελαστό κορίτσι ή να φαίνεται όπως η ίδια νιώθει. Δεν μπορεί να αποφασίσει. Πριν κλειδώσει την πόρτα του σπιτιού κοιτά για μια τελευταία φορά το κρεβάτι και τα σκεπάσματα που της φωνάζουν. Κλείνει αποφασιστικά την πόρτα και τρέχει ως τη στάση. Περαστικοί την κοιτούν απορημένοι αλλά αυτή ως γνωστόν δε δίνει καμία σημασία. Μπαίνει από την πίσω πόρτα δευτερόλεπτα πριν ο οδηγός την κλείσει. Καμία θέση για εκείνη. Κρατιέται από την κουπαστή και κοιτά μέσα από το θολό τζάμι. Ακόμα να αποφασίσει τι πρέπει να παριστάνει σήμερα. Βαρέθηκε τα ίδια συναισθήματα,βαρέθηκε να νιώθει. Λέει να φύγει από την πραγματικότητα. Να πάψει να είναι ρεαλίστρια αλλά το να παραμυθιάζεται δεν είναι και το δυνατό της σημείο. Θα προσπαθήσει λίγο όμως ώσπου οι κακές σκέψεις να πάψουν να εισβάλλουν στο μυαλό της.

Κι ύστερα ένα κενό. Για κάμποσες ώρες της ημέρας χαμογελούσε σε όλους. Έκανε άσκοπες συζητήσεις χωρίς νόημα. Μιλούσε μα δεν ένιωθε.

Γυρνάει στο σπίτι όταν πια έχει νυχτώσει. Το στομάχι της πονά -που να χορτάσει με τρεις καφέδες-. Τρέχει ξανά να ξεκλειδώσει την πόρτα,να μπει μέσα στο δικό της κόσμο,εκεί που όλα μοιάζουν πιο ήρεμα και εκεί που δεν την τυραννάει κανείς. Μόνο οι αναμνήσεις και οι σκέψεις της. Πρέπει επιτέλους να τις σκοτώσει,πρέπει να σκοτώσει και όσους ανθρώπους της τις προκαλούν. Φτάνει πάλι να αναρωτιέται γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις είναι τόσο δύσκολες και γιατί φταίει ενώ δεν έχει κάνει τίποτα. Γιατί την βασανίζουν και δεν έχουν το θάρρος να την κοιτάξουν κατάματα και να της πουν. Καταλήγει στο ότι δεν αξίζει και ψάχνει να βρει τις επόμενές της κινήσεις -τους επόμενους ανθρώπους που θα την βασανίσουν εξίσου. Γιατί όλοι πατάνε σε πληγές και όλοι ξεσπάνε σε λάθος άτομα.

Έκλεισε τα δακρυσμένα μάτια της και ευχήθηκε να ξυπνήσει όταν η μπόρα θα 'χε τελειώσει.