Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

I guess I 'm in love. For one more time.

Το ταβάνι δεν ήταν ποτέ τόσο άσπρο. Κι αυτό το κάδρο στον τοίχο στέκεται λίγο στραβά, εκατοστά.
Η καρέκλα γυρνάει ξανά και ξανά. Όταν τα μάτια κλείνουν, τα θηρία ζωντανεύουν, θαρρείς και κοροιδεύουν, για όλα αυτά τα χαστούκια, τα προηγούμενα, τα νυν και τα επόμενα. Αυτά που έγιναν βιαστικά κι απρόσμενα και τα άλλα που -υποτίθεται πως πέρασαν, μα το μάγουλο είναι ακόμα κόκκινο.
Όλα είναι ένα βουνό. Αυτό που έχω πάρει για να σε συναντήσω. Πέφτω, ματώνω, στέκομαι εκεί για λίγο -ή και για πολύ, κι ύστερα συνεχίζω στο δρόμο που άνοιξε η αγάπη σου για 'μενα.
Ο χρόνος ορίζεται από τις εποχές και οι χειμώνες σου από τα καλοκαίρια σου. Οι εποχές πέρασαν, άλλαξαν κι ήρθαν ξανά κι εγώ ψάχνω λέξεις να γεμίσω τυχόν κενά και τελικά μ' ένα μαγικό τρόπο τα γεμίζεις όλα εσύ. Φεύγω και με σταματάς. Μένω και μου δείχνεις το πιο εύκολο μονοπάτι, να μη δυσκολευτώ πολύ. Άνθρωπος υπόδειγμα. Δικός μου άνθρωπος.

Λέξεις που επιπλέουν στην τρικυμία που έχω για καρδιά κι όμως δε νιώθω την ανάγκη να μιλώ. Άλλωστε όταν είμαι -ή και δεν είμαι καλά, μιλάω τόσο ανάκατα που σχεδόν κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι λέω. Δεν έχουν νόημα οι λέξεις -ή τουλάχιστον όχι τόσο νόημα όσο νομίζουμε. Οι κινήσεις των χεριών σου, το βλέμμα σου όταν νόμιζες πως δε σ' έβλεπα κι όταν πήγα να σε κοιτάξω μα με κάρφωνες ήδη με τα καστανά σου μάτια, να αυτά έχουν τη δύναμη και την αγάπη που χρειάζεσαι να σου δώσουν για να ανοίξεις πάλι τα φτερά σου. Έχουν τόση δύναμη όση χρειάζεσαι τα κουρασμένα μεσημέρια για να ξεκολλήσεις το μυαλό σου από τις αβάσταχτες υποχρεώσεις. Για να αποκτήσεις τη χαμένη σου αυτοπεποίθηση και το χαμένο σου κουράγιο. Για να χαμογελάσεις στη ζωή και με τη σειρά της να σου χαμογελάσει κι αυτή.
Για όλες αυτές τις στιγμές που νιώθεις ζωντανός και γι' αυτές που θα σου θυμίσουν πως πρέπει να σηκωθείς από την καρέκλα κι η πρώτη δουλειά σου θα είναι να πάρεις μία χρωματιστή μπογιά να βάψεις το σπίτι. (Μα ποιος ζει σε ένα άσπρο, σαν νοσοκομείο, σπίτι;)

Στο είπα; Τα άλλαξα όλα. Έγινα κάποια άλλη. Κάποια που θα δεις στο δρόμο και δεν θα θελήσεις να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Κάποια που πέταξε καθετί ψεύτικο και άχρωμο ή άοσμο. Κάποια που άλλο δεν θέλει να ξοδεύει τις μέρες και τις νύχτες της σε κρεβάτια μιας ωμής ηδονής αλλά θέλει σώματα που καίνε, φιλιά καυτά που της ανατριχιάζουν το λαιμό. Γόνατα που τρέμουν,τετράδια που πέφτουν καθώς την κοιτάς και φιλιά πασπαλισμένα με μαγεία.



Δεν θα σ' αφήσω να σηκωθείς από το κρεβάτι.
Θα σου πω πως είναι Κυριακή κι εσύ μες στον ύπνο σου θα το πιστέψεις.

Θα σε ξυπνάω για να σου κάνω έρωτα στις τρεις το πρωί.
Θα νομίζω πως θα με βρίσεις, κι εσύ θα ανταποκρίνεσαι απ' ευθείας.

Θα μου μιλάς για ότι άρρωστο κρύβεις μέσα σου.
Κι εγώ τότε θα σε αγκαλιάζω και θα σ' αγαπάω πιο πολύ.

Θα ξυπνήσουμε μια μέρα και θα 'μαστε μόνο εγώ κι εσύ.