Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Χθες κι απόψε κι αύριο.

Χθες το βράδυ μετά από πολύ αλκοόλ, όταν τα μάτια γυάλιζαν και έβλεπαν διπλά,είδα το μήνυμα στο κινητό.
Ένα άγνωστο νούμερο κι ένας ακόμα πιο άγνωστος αποστολέας. Ο αποστολέας που κάποτε αποκαλούσα αγάπη μου και τώρα δεν ξέρω καν που βρίσκεται.

Ποια είναι αυτή αγάπη μου; Συγγνώμη για το μου, δε χωράνε πια οικειότητες ανάμεσά μας.
Μην ξεφεύγεις από το θέμα. Ποια είναι αυτή που σε φιλούσε στοργικά κι εσύ την αγκάλιαζες.
Αυτή που τρελαίνεις στα μηνύματα.
Ξέρεις εγώ, μετά από 'σενα δεν έχω καταφέρει να κουμπώσω με καμία άλλη αγκαλιά.
Κι αυτά τα χείλη σου κανένας δεν τα έχει. Ούτε αυτά τα μάτια που με έλουζαν με αγάπη.

Απόψε είδα και το φιλαράκι σου. Έκανε πως δε με είδε κι εγώ γέλασα. Πόσο άραγε έχεις ανοίξει το λάκκο και με θάβεις;
Εγώ λέω να τους πεις για τις όμορφες στιγμές μας. Για όλα αυτά τα ωραία που κάποτε ένιωσες μαζί μου.

Είναι που λείπεις αφόρητα και που εγώ έχω γίνει ένα με την απουσία σου.
Είναι που δεν θέλω να πάω παρακάτω κι ας ξέρω πως πρέπει.
Αφού δε μου άφησες και άλλο περιθώριο.
Αλλά ποτέ ουσιαστικά. Ποτέ δεν έπαψαν να με καίνε τα τραγούδια μας και να με τσουρουφλίζουν οι φωτογραφίες μας.
Κι όταν καμιά φορά, μεθυσμένη ανατρέξω στις συνομιλίες μας, ακόμα νιώθω όπως τότε.
Τότε που τα δευτερόλεπτα μέχρι να μου απαντήσεις φαινόταν ένας αιώνας.
Τότε που οι απαντήσεις σου με έκαναν να χοροπηδάω από τη χαρά μου και να χορεύω στο δωμάτιο.

Δεν είναι ότι δεν μπορώ να πάω παρακάτω. Είναι που δεν θέλω. 
Που αρνούμαι να σε βγάλω από μέσα μου. Ακόμη είναι νωρίς.



Κι αν εσύ με έχεις ξεπεράσει και το μάθω, θα κάνω γιορτή. 
Αλήθεια σου λέω. Εσύ να μην πονάς.
"Για 'σενα δεν ήμουν τίποτα." Αυτό να πιστέψεις και να περνάς καλά.
Δε χωράει πια εγωισμούς το μεταξύ μας, αγάπη μου.
Τώρα το παλεύω μόνη μου, εσύ μη νοιάζεσαι.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

όχι μία,δυο ζωές



Περιοχή Κολόμβου.
Οδός Κυψέλης.
Δωμάτιο 108.

Πλημμυρισμένοι δρόμοι από τη βροχή.
Κοπέλα αριστερά, αγόρι δεξιά.
Στομάχια γεμάτα, μάτια αμυγδαλωτά και γυαλισμένα.
Σεντόνια σκισμένα. Πόρτες ξεκαρβάλωμένες.
Ανύπαρκτες εικόνες, μόνο αισθήματα.
Χώρος παντελώς άδειος. Πάθος, πολύ πάθος.
Σώματα νεανικά, ενωμένα.
Δάχτυλα τρεμάμενα, νυχιές στην πλάτη.

Τίποτα δεν μπορείς να νιώσεις αν πρώτα δε διαβάσεις πίσω από τις λέξεις.
Αν δε δεις τα βλέμματα πίσω από τα μάτια.
Αν δεν καταλάβεις τα ευτυχισμένα από τα ευγενικά χαμόγελα.
Αν δε ρισκάρεις να πεις αυτό που νιώθεις, ποτέ δεν θα μάθεις.

Η βροχή, εγώ κι εσύ στο φτηνό κατεστραμμένο ξενοδοχείο.
Οι μπύρες κι οι δυο μας, κάναμε το χώρο να μοιάζει ασφυκτικά γεμάτος.



Μπορώ να είμαι τώρα ευτυχισμένη για δυο ζωές. Ολόκληρες.