Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Η αυτοβιογραφία μου, -ίσως και όχι.

  • Παρουσιάζομαι ως Δανάη. Πάντα ήθελα να έχω αυτό το όνομα. Ίσως αν κάνω ποτέ κόρη να της το δώσω.
  • Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε μία μεγάλη πόλη της Ελλάδας, σε 2 χρόνια από τώρα θα ήθελα να βρίσκομαι στο Πόρτο Ρίκο, στον Καναδά ή στην Αυστραλία.
  • Με λένε συχνά τρελοκόριτσο, καθώς αστειεύομαι με κάθε δυσάρεστη κατάσταση και δυσανασχετώ για πολλά στην καθημερινότητα μου, που για τους άλλους είναι σημαντικά.
  • Είμαι συχνά κυνική, μιλάω αρκετά όταν έχω όρεξη, και όταν δεν είμαι στα καλά μου έχω απαραίτητα νεύρα, μου έμειναν από την εφηβεία κουσούρι.
  • Φοιτήτρια έμαθα να μην φοβάμαι τη ζωή και τους ανθρώπους. Εύχομαι να μην ξαναφοβηθώ ποτέ.
  • Αντιδράω πολύ και έντονα, δεν έχω τρόπο να πω αυτό που θέλω, μα αν είσαι σημαντικός για τη ζωή μου θα στο πω με όποιο τίμημα. Αν δεν έχουμε παρεξηγηθεί ποτέ, να ξέρεις, δεν ήσουν ποτέ αληθινός μου φίλος.
  • Μία καθηγήτρια μου στο λύκειο με ονόμασε αντισυμβατική, στην αρχή γέλασα, τώρα νομίζω πως συνεχίζω και είμαι.
  • Υπάρχει κάποιος σ' αυτό τον πλανήτη που θα έμπαινα μπροστά του σε ένα όπλο, και θα άφηνα τη σφαίρα να χτυπήσει εμένα αντί γι' αυτόν. Σε τρία χρόνια από τώρα θα ήθελα να το επιβεβαιώσω.
  • Βιώνω πολύ έντονα συναισθήματα, υπήρξαν στιγμές που ένιωθα πως με είχε τρελάνει ο έρωτας. Μάλιστα έψαχνα και συμπτώματα τρέλας ή κατάθλιψης στο διαδίκτυο.
  • Η ζωή δε σταματάει ποτέ να μου δείχνει πόση φαντασία διαθέτει. Την εμπιστεύομαι. Απόλυτα.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Ήθελα μόνο να χορέψω.


Θυμάμαι μόνο πως έτρεχα. Έτρεχα με ιλιγγιώδη ταχύτητα σαν να με κυνηγούσε κάποιος.
Θυμάμαι πως έκλαιγα, έκλαιγα τόσο πολύ που είμαι σίγουρη πως οι περαστικοί άκουγαν την ανάσα μου κι ένιωθαν την απόγνωση μου.
Στην αρχή ένιωθα σαν κάποιος να με κυνηγάει, τελικά κατάλαβα πως τρέχοντας προσπαθούσα μάταια να ξεφύγω από εμένα. Με είχα βάλει στη γωνία και με χτυπούσα με το μαστίγιο, πόσο με πλήγωσε ο εαυτός μου, πόσο δεν κατάφερα να σταθώ στο ύψος μου. Αδυνατούσα να χειριστώ τη συμπεριφορά μου, δεν ήμουν εγώ αυτή, δεν ήθελα να είμαι εγώ. Σα να είχα φορέσει ωτοασπίδες, η φωνή όλων ήταν φασαρία. Εγώ. Μόνο εγώ. Τιποτένιοι οι άλλοι. Εγώ η σημαντική, η τέλεια, ο ξερόλας ... η ηλίθια! Μα πόσο ηλίθια.
Ήθελα να πέσω κάτω και να κλάψω. Να κλάψω γοερά. Να κλάψω για τα λάθη μου που κάθε τόσο πληρώνω. Να κλάψω για τη βλακεία που με δέρνει από την κούνια. Για την άτακτη καρδιά μου που κανέναν δεν ακούει, πάντα απρόσεκτη, πάντα χαζή.

Ήθελα να κλάψω για τον ανάπηρο κύριο που κανένα χέρι βοήθειας δεν είχε καθώς έμπαινε στο λεωφορείο. Ούτε το δικό μου. Γιατί δεν του το έδωσα; Τι με κράτησε; Πάντα έτσι ήμουν;
Ήθελα να κλάψω για τον άστεγο που προσπέρασα. Να κλάψω για όλα όσα έχεις εσύ, μα όχι εγώ. Για όλα όσα έχω εγώ, μα όχι εσύ. Να κλάψω για την κυρία που μάλωσε στην τράπεζα και τον κύριο που μάλωσε στη λαική. Ήθελα να κλάψω για την αδιαφορία όλων μας, για την αγένεια μας, για τη δική μου γενιά, κι ύστερα για τη δική σου.

Ήθελα μόνο να κλάψω. Για τη ζωή που δε μου χαρίστηκε. Για όλα όσα απέκτησα με κόπο. Για όλα όσα αφιέρωσα χρόνο και χρήμα μα απέτυχα παταγωδώς. Ήθελα να κλάψω για τις νύχτες μου. Αυτές που νιώθω ότι είναι στοιχειωμένες με πρόσωπα που θέλω να ξεχάσω. Ήθελα να κλάψω για το παρελθόν μου. Για το παρόν μου. Για το μέλλον αυτό που τόσο φοβάμαι. Για το χρόνο μου που πια πήγε περίπατο και δεν έχω την πολυτέλεια να τον σπαταλώ από 'δω κι από 'κει. Ήθελα να κλάψω για τις εποχές που αλλάζουν κι εγώ περιμένω να φανείς.
Ήθελα μόνο να κλάψω. Για εμένα.
Για εσένα.



Αντί γι' αυτό έτρεξα στο σπίτι και μουτζουρώθηκα με το κόκκινο κραγιόν μου.
Λίγο στα χείλη, τρεις άτσαλες γραμμές στο ένα μάγουλο, δύο στο άλλο -μη μείνει παραπονεμένο.
Κι άρχισα να χορεύω με το ταβάνι να σείεται από τη μουσική.
Ήθελα μόνο να χορέψω, τελικά.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Δεν έχω χρόνο γι' άλλο πόνο

[ Θέλω να έρθεις. Να με φιλήσεις στη μύτη κι ύστερα στο μέτωπο. Να μου χαιδέψεις τα μαλλιά και να μας πάρει ο ύπνος αγκαλιά. ]

Τίποτα ρε δεν θέλω ξανά από εσένα, Ούτε να σε δω, ούτε να έρθεις στα όνειρά μου, ούτε να ξανακούσω από τα χείλη σου πόσο μ' αγαπάς. Καταντήσαμε γελοίοι μετά τις αλλεπάλληλες σαπουνόπερες που ρίξαμε. Θέλω τώρα να πας στην άκρη της Γης, κάπου που να είσαι πολύ μακριά από το δικό μου μικρόκοσμο. Να μην υπάρχει τεχνολογία, να προσπαθώ να σε ψάχνω και να μη σε βρίσκω πουθενά. Δεν θέλω να ξέρω πότε γελάς, πότε κλαις, πότε πονάς, πότε πλησιάζεις την ευτυχία, πότε σε πιάνουν οι γνωστές καταθλίψεις σου.
Δεν θέλω να έρθεις ποτέ ξανά ούτε σε ακτίνα χιλιομέτρου. Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Βαρέθηκα να σε σκέφτομαι, να πονάω για 'σενα, να κλαίω για 'σενα, να παριστάνω τον καραγκιόζη για 'σενα, να κάνω υπομονή για 'σενα, να αντέχω για 'σενα. Βαρέθηκα το άρωμα σου, βαρέθηκα να βλέπω τα ρούχα σου, βαρέθηκα να φιλάω τα χείλη σου, βαρέθηκα τον βαρετό εαυτό σου. Ναι, υπήρξες αφόρητα μονόχνοτος.
Θέλω να γλιτώσω από τις βαρετές Παρασκευές, τα ανιαρά Σαββατόβραδα και τις όλο μελαγχολία Κυριακές. Δεν θέλω άλλο το δικό σου βόλεμα, τα δικά σου ωράρια, τις δικές σου κάβλες, δεν θέλω εσένα. Δεν θέλω να σε υπομένω και να πιέζω τα θέλω μου για 'σενα. Φτάνει. Κουράστηκα. Με εξόντωσες.
Θέλω να 'ρθει η στιγμή που δεν θα σου μοιάζει κανένας, που θ' ακούω το όνομα σου και δεν θα ταράζομαι. Που θα είσαι κάτι μακρινό, σχεδόν ξεχασμένο λες κι υπήρξες σ' άλλη εποχή.

Δύο εκρηκτικοί μηχανισμοί που ήταν πάντα έτοιμοι να εκραγούν. Αυτό ήμασταν. Ο ερωτάς μας γεννήθηκε για να πεθάνει. Καταδικασμένος για πάντα. Άξιος που σ' ερωτεύτηκα μέχρι τρέλας, δε λέω, αλλά τώρα καιρός να κάνεις στην μπάντα και να μ' αφήσεις να θυμηθώ ποια ήμουν πριν εισβάλεις απρόσκλητος στην τότε υπέροχη - δίχως σκοτούρες ζωή μου.


Βαρέθηκα ρε μαλάκα. Μην κοιτάς που όση ώρα τα γράφω κλαίω. Είναι μόνο γιατί δεν έχω άλλη αντοχή για 'σένα.

Σε κάποια άλλη ζωή θα βγω γυμνή στο μπαλκόνι και θα φωνάζω πως σε ξεπέρασα με όλη μου τη δύναμη.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Μικρή πατρίδα.

Το φεγγάρι δεν το είδα. Το φεγγάρι στη μικρή μας πατρίδα το απέφυγα.
Ο ουρανός τη νύχτα, μαζί με το φεγγάρι δημιουργούν θύμησες που δεν μπορώ να διαχειριστώ.
Απόψε όμως είτε έτσι είτε αλλιώς δεν ξέφυγα από αυτές.
 Ήρθες εσύ στο όνειρο μου και πάγωσαν όλα.
Ακυρώθηκαν οι πτήσεις των αεροπλάνων, οι δρόμοι έκλεισαν, ο κόσμος κλείστηκε στο σπίτι του.



Απόψε λείπει ένα φιλί σου. Ένα φιλί σου, σαν τα παλιά εκείνα τα γνώριμα.
Να μας πάει από τα σκατά στο ρετιρέ και να θαυμάσουμε την πόλη σα να 'ταν Χριστούγεννα.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Η αγάπη άργησε μια μέρα.

Περιμένοντας καρτερικά και ψιθυρίζοντας λόγια γεμάτα παράπονο.
Απεγνωσμένες προσπάθειες επαφής και άσκοπες υποσχέσεις.
Υποσχέσεις που χάθηκαν στο άπειρο.

Είναι εύκολο να επιστρέφεις, να αναχωρείς, να έρχεσαι πάλι;
Επέστρεψα κι έφυγα πάλι. Θα ξαναφύγω για ακόμη μία φορά.
Θα ξαναφεύγω πάντα.
Προσαρμοστικά ζώα οι άνθρωποι. Σωστά;
Θα ξαναφύγω όσο ο ήλιος θα ανατέλλει.
Θα παίρνω πλοία και βαπόρια -  αεροπλάνα κι ελικόπτερα.
Θα φεύγω πάντα για μέρη καινούρια, για ανθρώπους ξένους.
Τότε ο χρόνος θα κυλάει πιο γρήγορα.
Η ζωή θα έχει νόημα και πια τίποτα δεν θα χάνεται στη σκόνη.

-----------------------------

Σ' αρέσουν οι ρηχές θάλασσες;
Εμένα όχι.
Εμένα μ' αρέσουν οι βαθιές θάλασσες.
Αυτές που δύσκολα βγαίνεις αλώβητος.
Μα βγαίνεις.
Πάντα.

-----------------------------

Μια ιστορία στο ριπίτ.
Μια ιστορία που έχει αρχή, μέση και τέλος.
ΤΕΛΟΣ. - δες, πια δε φοβάμαι να το ξεστομίσω, η μικρή μεγάλωσε! -




[Μην κλαις. Κλαίνε μόνο όσοι ελπίζουν. Εμείς πεθάναμε.
Μην κλαις. Κάντο τουλάχιστον για τη μάσκαρα σου.]


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

τα χρόνια σου, με τα καλοκαίρια να τα μετρας ~

Καλοκαίρι, ντάλα ήλιος, θάλασσα.
Θα κάθομαι στην αμμουδιά και θα 'χω ένα κότσο στα μάλλια.
Πλάι μου, εσύ. Να ερωτεύομαι το χάος της υπάρξεώς σου.
Να μπερδεύονται οι γλώσσες μας και τα χέρια σου να εξερευνούν το κορμί μου.
Θέλω να κλάψω από ευτυχία, να μάθουν όλοι πόσο ερωτευμένη είμαι.


Πες μου. Μπορείς να σκεφτείς πιο ευτυχισμένη στιγμή από αυτήν;
Εγώ σίγουρα όχι.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

I guess I 'm in love. For one more time.

Το ταβάνι δεν ήταν ποτέ τόσο άσπρο. Κι αυτό το κάδρο στον τοίχο στέκεται λίγο στραβά, εκατοστά.
Η καρέκλα γυρνάει ξανά και ξανά. Όταν τα μάτια κλείνουν, τα θηρία ζωντανεύουν, θαρρείς και κοροιδεύουν, για όλα αυτά τα χαστούκια, τα προηγούμενα, τα νυν και τα επόμενα. Αυτά που έγιναν βιαστικά κι απρόσμενα και τα άλλα που -υποτίθεται πως πέρασαν, μα το μάγουλο είναι ακόμα κόκκινο.
Όλα είναι ένα βουνό. Αυτό που έχω πάρει για να σε συναντήσω. Πέφτω, ματώνω, στέκομαι εκεί για λίγο -ή και για πολύ, κι ύστερα συνεχίζω στο δρόμο που άνοιξε η αγάπη σου για 'μενα.
Ο χρόνος ορίζεται από τις εποχές και οι χειμώνες σου από τα καλοκαίρια σου. Οι εποχές πέρασαν, άλλαξαν κι ήρθαν ξανά κι εγώ ψάχνω λέξεις να γεμίσω τυχόν κενά και τελικά μ' ένα μαγικό τρόπο τα γεμίζεις όλα εσύ. Φεύγω και με σταματάς. Μένω και μου δείχνεις το πιο εύκολο μονοπάτι, να μη δυσκολευτώ πολύ. Άνθρωπος υπόδειγμα. Δικός μου άνθρωπος.

Λέξεις που επιπλέουν στην τρικυμία που έχω για καρδιά κι όμως δε νιώθω την ανάγκη να μιλώ. Άλλωστε όταν είμαι -ή και δεν είμαι καλά, μιλάω τόσο ανάκατα που σχεδόν κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι λέω. Δεν έχουν νόημα οι λέξεις -ή τουλάχιστον όχι τόσο νόημα όσο νομίζουμε. Οι κινήσεις των χεριών σου, το βλέμμα σου όταν νόμιζες πως δε σ' έβλεπα κι όταν πήγα να σε κοιτάξω μα με κάρφωνες ήδη με τα καστανά σου μάτια, να αυτά έχουν τη δύναμη και την αγάπη που χρειάζεσαι να σου δώσουν για να ανοίξεις πάλι τα φτερά σου. Έχουν τόση δύναμη όση χρειάζεσαι τα κουρασμένα μεσημέρια για να ξεκολλήσεις το μυαλό σου από τις αβάσταχτες υποχρεώσεις. Για να αποκτήσεις τη χαμένη σου αυτοπεποίθηση και το χαμένο σου κουράγιο. Για να χαμογελάσεις στη ζωή και με τη σειρά της να σου χαμογελάσει κι αυτή.
Για όλες αυτές τις στιγμές που νιώθεις ζωντανός και γι' αυτές που θα σου θυμίσουν πως πρέπει να σηκωθείς από την καρέκλα κι η πρώτη δουλειά σου θα είναι να πάρεις μία χρωματιστή μπογιά να βάψεις το σπίτι. (Μα ποιος ζει σε ένα άσπρο, σαν νοσοκομείο, σπίτι;)

Στο είπα; Τα άλλαξα όλα. Έγινα κάποια άλλη. Κάποια που θα δεις στο δρόμο και δεν θα θελήσεις να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Κάποια που πέταξε καθετί ψεύτικο και άχρωμο ή άοσμο. Κάποια που άλλο δεν θέλει να ξοδεύει τις μέρες και τις νύχτες της σε κρεβάτια μιας ωμής ηδονής αλλά θέλει σώματα που καίνε, φιλιά καυτά που της ανατριχιάζουν το λαιμό. Γόνατα που τρέμουν,τετράδια που πέφτουν καθώς την κοιτάς και φιλιά πασπαλισμένα με μαγεία.



Δεν θα σ' αφήσω να σηκωθείς από το κρεβάτι.
Θα σου πω πως είναι Κυριακή κι εσύ μες στον ύπνο σου θα το πιστέψεις.

Θα σε ξυπνάω για να σου κάνω έρωτα στις τρεις το πρωί.
Θα νομίζω πως θα με βρίσεις, κι εσύ θα ανταποκρίνεσαι απ' ευθείας.

Θα μου μιλάς για ότι άρρωστο κρύβεις μέσα σου.
Κι εγώ τότε θα σε αγκαλιάζω και θα σ' αγαπάω πιο πολύ.

Θα ξυπνήσουμε μια μέρα και θα 'μαστε μόνο εγώ κι εσύ.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Ο μόνιμος κάτοικος της καρδιάς μου

Πάνε τόσοι μήνες από εκείνη την Παρασκευή. Τόσες ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα που έχω να δω τα μάτια σου. Τόσα εικοσιτετράωρα που έχω να μυρίσω το άρωμά σου και να νιώσω το σώμα σου. Αν ενδιαφέρεσαι ακόμα να μάθεις, δεν έχω απεξαρτηθεί από σένα ούτε στο ελάχιστο. Άλλαξα παρέες, στέκια, συνήθειες, αλλά εσύ εκεί, πεισματάρης, μόνιμος κάτοικος στην καρδιά μου. Τόσα ατελείωτα εικοσιτετράωρα που έχω να μυρίσω το άρωμά σου και να νιώσω το σώμα σου, που μοιάζουν με αιώνα. Περπατώ και μυρίζω την κολώνια σου στους περαστικούς και μου κόβονται τα πόδια μόνο στην ιδέα πως ίσως είσαι εσύ.  Έμαθα όμως να μη σε ψάχνω ή τουλάχιστον όχι τόσο πολύ όσο συνήθιζα.
Τόσο καιρό, σ' εχω μισήσει, σ' έχω ερωτευτεί ξανά από την αρχή, σ' έχω απομυθοποιήσει, μα ποτέ δεν κατάφερα να ψιθυρισω πως δε σ' αγαπώ πια ή πως σ' έχω ξεχάσει.

Κλείνω τα μάτια και σε ακούω να φωνάζεις το όνομά μου. Έμοιαζε πάντα τόσο ασφαλές στα χείλη σου γαμώτο. Τίποτα δε λείπει περισσότερο από τους δυο μας στο σπίτι σου. Κάναμε όλο τον κόσμο να φαντάζει μικρός και τιποτένιος. Ζούσα για τα εκείνα τα βράδια, Θεέ μου τόση ευτυχία. Για τα γλυκόλογα κι εκείνη την ερωτική εξομολόγηση τα χαράματα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Κι εκείνος ο ύπνος που με έπαιρνε πάντα στο στήθος σου τα ξημερώματα αφού τα σώματά μας πάλλονταν για ώρες. Μα τελικά, ήμασταν τόσο μικροί εμείς και ο έρωτας μας τόσο μεγάλος. Τόσο όσο και τα όνειρα που κάναμε αγκαλιά. Κι όταν αυτές οι στιγμές ξυπνούν και τις θυμάμαι από το πουθενά νιώθω τόσο ευάλωτη και γυμνή που δεν αντέχω τον πόνο που μου προκαλεί η θύμησή σου.
Είσαι η εύκολη σκέψη τα βράδια. Όταν τα φώτα σβήσουν ξέρω ακριβώς σε ποιο γνώριμο μέρος θα κατευθυνθώ. Κι όταν δεν θα είμαι καλά για άσχετο λόγο, θα σε φανταστώ να με παρηγορείς. Να μου χαιδεύεις τα μαλλιά και να με κοιτάς με αυτό το μοναδικό, δικό σου τρόπο και να με κάνεις να νιώθω το πιο ξεχωριστό πλάσμα στον κόσμο ολάκερο.
Έχει και δυο μήνες που το δαχτυλίδι που μου πήρες, διαλύθηκε, έφυγε το σκοινάκι και οι χάντρες. Όπως διαλυθήκαμε κι εμείς. Στην αρχή λυπήθηκα μα μετά χάρηκα που πια δεν θα μπορώ να το φοράω, οπότε δεν θα αποτελεί αφορμή για να σε θυμηθώ. Μια βόλτα όμως και βρήκα ένα που μοιάζει τόσο στο δικό σου. Δεν αντιστάθηκα, το αγόρασα.
Τελευταία σε βρίσκω παντού. Στα τραγούδια που δεν ακούσαμε ποτέ παρέα, στα σοκάκια που δεν περπατήσαμε, στα κοκτέιλ που δε γευτήκαμε. Τρυπώνεις στα πιο άσχετα μέρη και δηλητηριάζεις την κάθε όμορφη στιγμή μου. Δεν υπάρχει τίποτα που να αντικαθιστά την απουσία σου. Ούτε καν αυτό το ζουμερό καλοκαίρι που μοιάζει να τα έχει όλα. Μα δεν τα έχει γιατί εσύ είσαι απανταχού απών.
Εσύ; Εσύ δεν ξέρω αν με σκέφτεσαι και αν σου λείπω το ίδιο. Έπαψα εδώ και καιρό να σε ψάχνω, έτσι κι αλλιώς πουθενά δεν θα σε βρω κι αν κάποτε σε βρω φοβάμαι μην τύχει και σε δω σε άλλη αγκαλιά. Έμαθα μόνο να αρκούμαι στην θύμησή σου κι ελπίζω στη μέρα που θα κουραστώ να μας αναπολώ και θα πάω παρακάτω στ' αλήθεια. Στην μέρα εκείνη που θα πάψεις να αποτελείς την καλημέρα και την καληνύχτα μου. Στην μέρα εκείνη που δεν θα χρειαστεί να ανατρέξω στα παλιά για να νιώσω ζωντανή.


Θέλω να τρέξεις και να με αγκαλιάσεις σα να μην πέρασε μια μέρα.
Να γευτώ τα χείλη σου, να νιώσω το σώμα σου να αναστενάζει μόνο για 'μενα.
Να γίνεις το αγαπημένο μου τραγούδι και να υπάρχεις στις πιο όμορφές μου μέρες.
Αν δεν μπορείς φύγε από μέσα μου, πάψε να με ταλαιπωρείς ενώ δεν θα 'ρθεις ξανά.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Την θάλασσα ουδείς τη νίκησε


Καλοκαίρι ήταν και τότε. Όταν κολυμπούσα στο βυθό και νόμιζα πως ανέπνεα. Όταν με βύθιζες στον πάτο και νόμιζα πως το έκανες για παιχνίδι. Καλοκαίρι και τώρα που μετρώ τ' αστέρια. Ψάχνω να βρω το πιο φωτεινό να σε παρομοιάσω. Κι ύστερα θυμώνω που έχει περάσει τόσος καιρός και τριγυρνώ στην ίδια θάλασσα. Κολυμπώ στα ίδια νερά και βουτώ αυτή τη φορά μόνη στον πάτο της θάλασσας ψάχνοντάς σε κι ελπίζοντας να μη σε βρω ποτέ. Και θυμάμαι. Να μπορούσε κάπως μαγικά να αφαιρεθεί αυτή μου η ικανότητα. Τα φιλιά εκείνα που μου προσέφεραν μια στιγμιαία ευφορία που ευθύς αμέσως έγινε βαθιά θλίψη.

Κι ύστερα σταμάτησα να κολυμπώ και να βουτώ στο βυθό, όχι γιατί κουράστηκα αλλά γιατί έπρεπε. Κι αυτόν που με περίμενε στην ακτή, τον άφησα να δει τις πληγές του σώματός μου, να σκαλίσει λίγο την ψυχή μου και να βγάλει ό,τι σάπιο διαθέτει. Και δόθηκα ξανά, στ' αλήθεια. Κι άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να ενθουσιαστεί και να νιώσει πάλι πεταλούδες στο στομάχι. Του χρωστούσα του εαυτού μου λίγη ηδονή και πρόσκαιρη ευτυχία.
Έσπασα το κοντέρ της καρδιάς μου, το σύνθλιψα με τα ίδια μου τα χέρια. Αυτός ή εκείνος; Τα έκαψα όλα πανηγυρικά, στάχτη και μπούρμπερι. Εκείνο το βράδυ βγήκα απ' τον τάφο που είχα μπει ζωντανή κι αποφάσισα να την δω αλλιώς. Αλλιώς με όλους εκτός από έναν. Βλέπεις, δεν γίνεται να προδώσεις την θάλασσα, αυτή έχει μια δύναμη που σε νικά πάντα. Αυτή και τα καλοκαίρια.

Κι έτσι το τέλος μιας ιστορίας, έγινε αρχή.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Να έρχεσαι για λίγο.


Έναν έρωτα τρελό, να μπορεί να ελέγχει τη διάθεσή μου.
Να μπορεί να με ανεβάζει στα ουράνια και να με πετά με την ίδια δύναμη κάτω.
Να με πάει στις συναυλίες των ονείρων μου και να θυμηθώ πως είναι να πετάς από ευτυχία.
Να είναι η αγάπη μας πιο δυνατή από την φτώχια και την κατήφεια.

Πάρε το πρώτο τρένο κι έλα. Θα είναι όλα πιο υποφερτά.
Μέχρι τότε μη με στήνεις στα όνειρα, να έρχεσαι κάθε βράδυ, να παίρνω πνοή.
Να θυμάμαι τις μέρες εκείνες τις αλλιώτικες, τις όμορφες.

Και σου υπόσχομαι πως δεν θα ξαναλυπηθώ ποτέ που έφυγες.
Μονάχα να με επισκέπτεσαι, να παίρνω λίγη ζωή.
Να θυμηθώ πως είναι να ελπίζω.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Τα τραγούδια δεν θα είναι πάντα γραμμένα για εμάς.

Είναι που θα πηγαίναμε στο Παρίσι και θα σου μάθαινα γαλλικά. Θα τα μάθαινες για χάρη μου κι ας τα σιχαίνεσαι. Θα πηγαίναμε στις Μαλδίβες και στο Πουέρτο Ρίκο και θα βλέπαμε τ' αστέρια αγκαλιά. Είναι ρε γαμώτο που με άφησες να κάνω όνειρα. Αλήθεια γιατί το έκανες; Για να με βασανίσεις μετά και να μη μ' αφήνεις να κοιμηθώ τα βράδια;
Τα βράδια είναι ο χειρότερος μου εχθρός και το ξημέρωμα με βρίσκει παντα με την ίδια ζάλη. Απόψε όμως έλα. Έλα μόνο να πιούμε εκείνο το μπουκάλι κρασί που είχες πάρει, μα δεν προλάβαμε να πιούμε. Για ένα ζεστό βράδυ που θα πονάμε από ευτυχία, μου είχες πει. Αλλά μόνο το βράδυ είναι ζεστό. Η ευτυχία μοιάζει σκέτη ουτοπία και όνειρο μακρινό και ξένο.
Τελευταία ο καιρός περνάει δύσκολα. Είναι που λείπεις κι έχω χάσει τις ισορροπίες μου κι ας λέω στους φίλους πως σ' έχω ξεχάσει και δεν θυμάμαι ούτε τ' όνομά σου. Την αλήθεια την ξέρω μόνο εγώ. Είναι που μπήκαμε σε διαφορετικά τρένα και κανένας δεν πρόλαβε τον άλλον. Σα να σε είδα να περνάς σφαίρα από το διπλανό τρένο κι η καρδιά μου χοροπήδησε, νομίζω πως ξέχασα να αναπνεύσω. Βρισκόμουν σε ένα ντελίριο με τις μουσικές και τις πεταλούδες να χοροπηδάνε στο κεφάλι μου. Σε βλέπω παντού τελευταία, αλλά δεν είσαι πουθενά. Πουθενά παρά μόνο μέσα στο κεφάλι μου που όσο κι αν το χτυπάω είναι ξεροκέφαλο και τριγυρνάει σε δρόμους που ματώνουν, απαγορευμένους που πρέπει να ξεχάσω, λένε. Άστους. Να σε ξεπεράσω θέλω, σε καμία περίπτωση να σε ξεχάσω.

Απόψε πήρα να σε ενημερώσω ότι είμαι κάτω από το σπίτι σου και σε βλέπω να έρχεσαι με μία κοπέλα αγκαλιά που σε τίποτα δεν θυμίζει εμένα. Πήρα να σου πω, πως το τρένο το χάσαμε μάλλον για πάντα και πια δεν θα χορέψω ποτέ ξανά στο σώμα σου, ούτε θα νιώσω τα χείλη σου να με διεκδικούν. Ούτε αυτά τα καστανά σου μάτια να με κοιτούν με υπερηφάνεια. Κι εκείνο τον καναπέ που με ξάπλωνες και έλεγα πως δε μ' αρέσει το χρώμα του, ακόμη κι αυτός τελικά μου άρεσε. Και δεν θα μάθεις ποτέ πως όλα αυτά τα μικρά πράγματα που υποτίθεται δε μου άρεσαν, τώρα μου λείπουν αβάσταχτα. Απόψε πήρα να σου πω, πως τίποτα δεν πονάει πιο πολύ από την απουσία σου και πως όλα στα παιδικά μου μάτια φαντάζουν άδικα χωρίς εσένα. Αλλά δεν θα γυρίσω, όσο και αν μπορεί να το θέλω.  
Δεν μπορώ μάτια μου να συμβιβαστώ με αγάπη χωρίς έρωτα, ούτε με αγκαλιές που δε σε κάνουν να χάνεις τον τόπο και το χρόνο.
Απόψε πήρα να σου πω, πως δεν μετάνιωσα για τίποτε, πως θα σε άφηνα να με πληγώσεις ξανά και ξανά. Κι αν πάλι απ' την αρχή μπορούσα να το ζήσω, δεν θα άλλαζα στην ιστορία μας ούτε κόμμα. Κέρδισες. Μου έμαθες ίσως με τον πιο σκληρό τρόπο που μπορούσες πως στη ζωή δεν είμαστε πάντα νικητές. Και πάντα κάθετί μας φθάρει. Αλλά εγώ τα σημάδια που μου 'χεις αφήσει τα αγαπάω όσο τίποτα και είναι αυτά που δε θα με αφήσουν ποτέ να ξεχάσω. Ούτε τα τραγούδια που μας σημάδεψαν, ούτε οι μουσικές, ούτε τα χρώματα. Η καρδιά μονάχα έχει τη δυνατότητα να μην ξεχνάει ποτέ. Δεν ξεχνάει ποτέ ποιος την πλήγωσε και ποιος την αγάπησε. Κι εσύ τα έκανες και τα δύο.


κι αν κάποτε μια καινούρια αγάπη σε πάει στα ίδια λημέρια,
εμένα να με σκοτώσεις, να μη βασανίζεσαι.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Πόλεμος με το παρελθόν.


Και ξαφνικά, έτσι από το πουθενά, μύρισε το σώμα μου αντηλιακό και τα μαλλιά μου πνίγηκαν στο αλάτι.
Τα μάτια μου φωτίστηκαν και η αγκαλιά μου βρήκε να κουμπώσει με κάποια άλλη που τίποτα από το παρελθόν δε θυμίζει.
Άφησα λίγο το παράθυρο να φυσήξει ο αέρας και η μοναξιά ως δια μαγείας εξαφανίστηκε, έστω για λίγο.
Μετά με επισκέφτηκε πάλι. Κι άρχισε να μου ανοίγει τις πληγές μία μία. Αυτές που νόμιζα πως είχαν κλείσει και δεν θα άνοιγαν ποτέ ξανά.

Είναι πουτάνα η καρδιά όμως. Στο έχω πει. Λίγο το άρωμα του περαστικού και τα μάτια εκείνου που τόσο σου έμοιαζαν ήταν υπερ-αρκετά για να ανατρέξω στα παλιά. Να ανοίξω εκείνο το μπαούλο με τις κάρτες όλο γλυκόλογα και με τις φωτογραφίες που ξεχειλίζουν καλοκαίρι, έρωτα κι ανεμελιά.
Κι ας λείπεις εσύ και το άλλο μισό του κρεβατιού μου είναι άδειο. Κι ας πονάει η απουσία σου, πια είναι γλυκιά. Πια νιώθω δυνατότερη για όλα αυτά που άφησες πίσω να με ματώνουν. Το ξέρω πως επίτηδες το έκανες. Ο εγωισμός σου δε μου επιτρέπει να σε ξεχάσω. Γι' αυτό μου άφησες ένα κάρο αναμνήσεις και άλλα τόσα "σ' αγαπώ".
Και κάποτε θα ξεχάσω τα λόγια σου. Θα ξεχάσω πως δεν είχες χρόνο για 'μενα. Ούτε κουράγιο, ούτε ενέργεια, ούτε αντοχή και ανοχή. Θα πάψω να καπνίζω τα τσιγάρα σου και να πίνω την μπύρα σου.
Κι αν ξυπνήσω πάλι και σε σκεφτώ, θα σκίσω τις κάρτες σου και τα δώρα σου. Θα πετάξω στον κάδο τις αναμνήσεις μας. Θα τις πάρει το απορριμματοφόρο και ποτέ ξανά όσο και να ψάχνω δεν θα καταφέρω να τις βρω. Θα ψάχνω και δεν θα μπορώ να βρω τίποτα από εσένα. Τι ευτυχία!
Πρέπει να πληρώνεις νοίκι στο κεφάλι μου. Να μου αγοράζεις χαρτομάντηλα να σκουπίζω τα δάκρυά που μου προκαλείς, γιατί κι από λεφτά έχω ξεμείνει. Κι από όρεξη επίσης και γι' αυτό φταίει η χαζή μου η καρδιά που είναι ξεκούρδιστη. Που δεν μπορώ να τη συντονίσω, πια έχει τόση δύναμη που μπορεί να ελέγχει το μυαλό μου. Και με τρελαίνει. Με τρελαίνουν οι αναμνήσεις και οι στιγμές που έχεις αφήσει επίτηδες να με ταλαιπωρούν. Και είναι τόσο γλυκές οι αναμνήσεις που έχω.

Άι γαμήσου μαλάκα. Και πάψε να βγαίνεις τόσο ωραίος στις φωτογραφίες. Δεν θέλω να βλέπω τα υπέροχα μελαγχολικά σου μάτια.
Άντε γιατί έχει παραγίνει το κακό με την αφεντιά σου.

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Χθες κι απόψε κι αύριο.

Χθες το βράδυ μετά από πολύ αλκοόλ, όταν τα μάτια γυάλιζαν και έβλεπαν διπλά,είδα το μήνυμα στο κινητό.
Ένα άγνωστο νούμερο κι ένας ακόμα πιο άγνωστος αποστολέας. Ο αποστολέας που κάποτε αποκαλούσα αγάπη μου και τώρα δεν ξέρω καν που βρίσκεται.

Ποια είναι αυτή αγάπη μου; Συγγνώμη για το μου, δε χωράνε πια οικειότητες ανάμεσά μας.
Μην ξεφεύγεις από το θέμα. Ποια είναι αυτή που σε φιλούσε στοργικά κι εσύ την αγκάλιαζες.
Αυτή που τρελαίνεις στα μηνύματα.
Ξέρεις εγώ, μετά από 'σενα δεν έχω καταφέρει να κουμπώσω με καμία άλλη αγκαλιά.
Κι αυτά τα χείλη σου κανένας δεν τα έχει. Ούτε αυτά τα μάτια που με έλουζαν με αγάπη.

Απόψε είδα και το φιλαράκι σου. Έκανε πως δε με είδε κι εγώ γέλασα. Πόσο άραγε έχεις ανοίξει το λάκκο και με θάβεις;
Εγώ λέω να τους πεις για τις όμορφες στιγμές μας. Για όλα αυτά τα ωραία που κάποτε ένιωσες μαζί μου.

Είναι που λείπεις αφόρητα και που εγώ έχω γίνει ένα με την απουσία σου.
Είναι που δεν θέλω να πάω παρακάτω κι ας ξέρω πως πρέπει.
Αφού δε μου άφησες και άλλο περιθώριο.
Αλλά ποτέ ουσιαστικά. Ποτέ δεν έπαψαν να με καίνε τα τραγούδια μας και να με τσουρουφλίζουν οι φωτογραφίες μας.
Κι όταν καμιά φορά, μεθυσμένη ανατρέξω στις συνομιλίες μας, ακόμα νιώθω όπως τότε.
Τότε που τα δευτερόλεπτα μέχρι να μου απαντήσεις φαινόταν ένας αιώνας.
Τότε που οι απαντήσεις σου με έκαναν να χοροπηδάω από τη χαρά μου και να χορεύω στο δωμάτιο.

Δεν είναι ότι δεν μπορώ να πάω παρακάτω. Είναι που δεν θέλω. 
Που αρνούμαι να σε βγάλω από μέσα μου. Ακόμη είναι νωρίς.



Κι αν εσύ με έχεις ξεπεράσει και το μάθω, θα κάνω γιορτή. 
Αλήθεια σου λέω. Εσύ να μην πονάς.
"Για 'σενα δεν ήμουν τίποτα." Αυτό να πιστέψεις και να περνάς καλά.
Δε χωράει πια εγωισμούς το μεταξύ μας, αγάπη μου.
Τώρα το παλεύω μόνη μου, εσύ μη νοιάζεσαι.

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

όχι μία,δυο ζωές



Περιοχή Κολόμβου.
Οδός Κυψέλης.
Δωμάτιο 108.

Πλημμυρισμένοι δρόμοι από τη βροχή.
Κοπέλα αριστερά, αγόρι δεξιά.
Στομάχια γεμάτα, μάτια αμυγδαλωτά και γυαλισμένα.
Σεντόνια σκισμένα. Πόρτες ξεκαρβάλωμένες.
Ανύπαρκτες εικόνες, μόνο αισθήματα.
Χώρος παντελώς άδειος. Πάθος, πολύ πάθος.
Σώματα νεανικά, ενωμένα.
Δάχτυλα τρεμάμενα, νυχιές στην πλάτη.

Τίποτα δεν μπορείς να νιώσεις αν πρώτα δε διαβάσεις πίσω από τις λέξεις.
Αν δε δεις τα βλέμματα πίσω από τα μάτια.
Αν δεν καταλάβεις τα ευτυχισμένα από τα ευγενικά χαμόγελα.
Αν δε ρισκάρεις να πεις αυτό που νιώθεις, ποτέ δεν θα μάθεις.

Η βροχή, εγώ κι εσύ στο φτηνό κατεστραμμένο ξενοδοχείο.
Οι μπύρες κι οι δυο μας, κάναμε το χώρο να μοιάζει ασφυκτικά γεμάτος.



Μπορώ να είμαι τώρα ευτυχισμένη για δυο ζωές. Ολόκληρες.

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Ταξίδι για να με βρω.

Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα εκείνο το βράδυ.
Από εκείνη για εκείνον. Τον είχε πρήξει και το ήξερε,μα συνέχιζε.

Είναι έξυπνο κορίτσι. Μα στον έρωτα φορούσε παρωπίδες.
Πίστευε πως όλοι της οι έρωτες θα καταλήξουν σ' αυτό το για πάντα που έχει σιχαθεί πια.

Έχει περάσει από τότε άπειρα βράδια αλκοολισμού και κατάθλιψης. Σχεδόν τρέλας.
Βράδια που έχει γίνει ένα με το πάτωμα και αυτό το μελό κορίτσι που ποτέ δε συμπάθησε.
Βράδια που χτυπούσε με μανία τον εαυτό της για το πόσο ηλίθια μπορεί να υπήρξε.

Μα τώρα,οι λέξεις της πήραν σάρκα και οστά.
Άγγιξε αυτό που μέχρι πρότινος δεν θα άγγιζε από φόβο.
Τόλμησε να χορέψει εκείνο το πολυπόθητο τανγκό κι ας μην ξέρει.
Κι ήπιε όχι για να ξεχάσει αλλά για να θυμηθεί όλα τα ωραία που κάπου θάφτηκαν.
Θυμήθηκε πόσο ωραία είναι η ελευθερία και η νιότη της κι είπε να μην τη χαραμίσει πια.

Κι όλα αυτά γιατί άρχισε και πάλι να ονειρεύεται και να τραγουδάει.
Να ερωτεύεται το μπλε του ουρανού,την θάλασσα,το κορίτσι στο μετρό,το ωραίο ντυμένο αγόρι.

Οι όμορφες στιγμές βρίσκονται σε εξαιρετικά απλά πράγματα,
κι όταν χάνεις την πίστη σου πήγαινε σ' εκείνους που πράγματι σ' αγαπούν -σίγουρα υπάρχουν.


ταξίδι για να σε (με) βρω.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Μόνο για 'κεινον μη μου λες.

Η διάθεση αλλάζει πιο γρήγορα και από τα τραγούδια στην playlist και τα δάκρυα μετατρέπονται σε ειρωνικά -σχεδόν εκνευριστικά χαμόγελα. Όχι,στο δωμάτιο δεν είναι κανείς,είμαι μόνη και γελάω υστερικά μπροστά από ένα άψυχο υπολογιστή σε ένα παντελώς άδειο και κρύο δωμάτιο κοιτώντας το ταβάνι.

Τα ψυχολογικά μου μαζί σου βάρεσαν κόκκινο,τα είχα που τα είχα από μόνη μου τώρα έχουν επιδεινωθεί ιδιαιτέρως. Κοροιδεύω το χάλι μου και γελάω με τον αστείο εαυτό μου. Αν ήσουν εδώ είμαι σίγουρη πως δεν θα με άντεχες ούτε λίγο,αλλά δεν είσαι και ούτε πρόκειται πια να 'ρθεις και δε με πονάει πια αυτό αλλά το ότι βγαίνω αργά και σταθερά από το όνειρο που νόμιζα πως ζούσα. Τόσο φθηνοί ήμασταν,τόσο εγωιστές,μήπως καθόλου ερωτευμένοι;

Λένε πως η καρδιά πάντα ξέρει αλλά μέσα μου γίνεται πόλεμος και δεν υφίσταται ούτε καρδιά ούτε λογική. Όταν κλείνω τα μάτια σκέφτομαι την τελευταία βόλτα στην παραλία και τα χέρια μας που τα σφίγγαμε όλο και πιο πολύ. Ήταν η μόνη φορά που ένιωθα πως η καρδιά μου είχε γίνει ένα με τη δικιά σου,θα ορκιζόμουν πως οι περαστικοί μας νόμιζαν για αθεράπευτα ευτυχισμένους. Αμ δε. Ήταν η τελευταία κοινή σελίδα του βιβλίου μας και έπρεπε τουλάχιστον να χωρίσουμε αγαπημένοι και να ξεγελάσουμε λίγο τους εαυτούς μας και τα μάτια του κόσμου -πόσο σιχαίνομαι την κλισέ αυτή φράση- πως όλα είναι καλά.

Όχι,δε γουστάρω να μου λέω ψέματα. Τίποτα και κανείς μας δεν ήταν καλά. Ρουφούσαμε τις μύτες μας και σκεφτόμασταν το πρώτο φιλί που το δώσαμε κάπου εκεί γύρω. Μη ρωτήσεις πως το ξέρω,πάντα γνώριζα τι σκεφτόσουν,δεν μπόρεσες ποτέ να μου κρυφτείς,όπως ούτε κι εγώ,τα μάτια μας μαρτυρούσαν όλα αυτά που προσπαθούσαμε να κρύψουμε ο ένας από τον άλλον. Μα μωρό μου,τελικά όλα όσα κρύβαμε μας φάγανε.

Ωραίες οι αναμνήσεις,ωραίες και οι γενέθλιες κάρτες που βρήκα ψάχνοντας κάτι άλλο στο συρτάρι και τα λουλούδια που μου 'χες χαρίσει τα αποξήρανα και στέκονται κι αυτά κάπου εδώ,στο χάος μου. Ωραία και τα δάκρυα που ρίχνω κάθε φορά που όλως τυχαίως πέφτω πάνω στις αναμνήσεις που μου έχεις αφήσει να με ταλαιπωρούν και να με αφήνουν ξάγρυπνη τα βράδια.

Όσο ήμασταν μαζί δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα περνάνε οι μέρες και δεν θα σε ακούω,δεν θα σε βλέπω. Νόμιζα πως με κρατούσαν αλυσίδες,μα τελικά αποδείχτηκαν κλωστές. Ναι,ήμασταν δυο άνθρωποι δεμένοι σε κλωστές,ένα τσικ έφτανε για να πλεύσουμε σε χωριστά λιμάνια,όλα μέσα στα κολλημένα μυαλά μας είναι αλλά κάθε φευγιό,για να το ξεπεράσεις θέλει προσπάθεια.

Κι εγώ κουράστηκα να προσπαθώ. Κουράστηκα να με πιέζω να μη σε σκεφτώ. Κουράστηκα να μιλάω με πάθος για 'σενα στους φίλους και να με μαζεύουν μετά απ' τα μπαρ. Κουράστηκα να παίζουν οι λέξεις με το μυαλό μου. Τις νιώθω να με κοροιδεύουν. Κι αυτά τα χαμόγελά μας στις φωτογραφίες,σκέτη ειρωνεία. Θέλω να φύγεις και την ίδια στιγμή θέλω να σε τραβήξω κοντά μου.

Εσύ όμως μην πιστέψεις ότι κλαίω για πάρτη σου. Ζούσα και πριν από εσένα και τα κατάφερνα μια χαρά και χωρίς την παρουσία σου. Μη νομίσεις ότι νιώθω μόνη στο κρεβάτι,ίσα ίσα απλώνομαι όσο θέλω και δεν τσατίζομαι καθόλου που λείπεις. Μη νομίζεις ότι έγινα χίλια κομμάτια για 'σενα και ότι καταστρέφομαι κάθε βράδυ ούτε ότι στεναχωριέμαι που δεν κατάφερα να σε ξεκλειδώσω. Ούτε ότι σε σκέφτομαι στη δουλειά,στη σχολή,στον καφέ,όχι εγώ πάω παρακάτω τη ζωή μου.

Και αν σε δω θα σου πω πως σε ξεπέρασα κι είμαι καλά,περνάω μια χαρά. Θα σου πω ότι ακόμη στον ύπνο μου φοράω την μπλούζα σου. Όχι,αυτό δεν θα στο πω,γάμα το.




Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

τα παιχνίδια της ζωής κι η απορία δώρο.


Είναι κάποιες μέρες βροχερές,μουντές και πολύ καταθλιπτικές που βρίσκεσαι κάπου στου διαόλου την κάλτσα και όσα ερεθμίσματα και να δέχεσαι,είναι αδύνατον να βρεις χαρτί και μολύβι ώστε να γράψεις όλες τις λέξεις που σου στοιχιώνουν ετούτη την ώρα το μυαλό. Οι αναμνήσεις σου παίζουν ζόρικα παιχνίδια και γελούν με το μυαλό σου. Λέξεις ακατάσχετες και προτάσεις δίχως καμία σύνταξη χοροπηδούν στο χάος του κεφαλιού σου. Σε εμπαίζουν,σε κοροιδεύουν οι σκέψεις κι αυτό σε τρελαίνει. Πρέπει να σταματήσεις να σκέφτεσαι για να σωθείς,ψιθυρίζεις. Αντί γι' αυτό,μπαίνεις σε λαβύρινθους σκοτεινούς και αδιέξοδους.
Σχέσεις που φαίνονται σχεδόν ευτυχισμένες και καταλήγουν γελοίες. Αγάπη που αλλάζει συνέχεια μορφές,σε τρελαίνει και το γεγονός ότι μπορεί κάποτε να ξεχάσεις τη μορφή του. Δίνεις μάχη να κρατήσεις ακόμα τη φλόγα αναμμένη,μα ένα "φου" και σβήνει. Και πάλι ψάχνεις αναπτήρα να την ανάψεις και πάλι απ' την αρχή. Τι ήμασταν τελικά; Πόσο μικροί και άμαθοι μπορεί να υπήρξαμε εν τέλει;
Ο πληγωμένος εγωισμός παίζει κρυφτό με κάτι που κάποτε το ένιωθες να σου καίει το πετσί,την καρδιά και το μυαλό. Σου τσουρούφλισε όμως κάθε εκατοστό της ύπαρξής σου που πια είσαι αναίσθητη σε αυτά που έρχονται. Χάνεις ευκαιρίες γιατί θέλεις να θυμάσαι και καταλήγεις να ξεχνάς ακόμα πιο πολύ. Τι περίεργο παιχνίδι τελικά που είναι η ζωή; Πως αλλάζουν όλα τόσο εύκολα; Πως αλλάξαμε έτσι; Ερωτήσεις που δε γυρεύεις απάντηση,όχι πια. Πρέπει να σου αφαιρεθεί σύντομα η ικανότητα να σκέφτεσαι γιατί η ικανότητα του να νιώθεις στην αφαίρεσαν άλλοι,πριν λίγο καιρό και παλεύεις μάταια να την επαναφέρεις.
Τελικά από τίποτα δε βγαίνουμε αλώβητοι. Ποτέ. Βγαίνουμε με γρατζουνιές και περίσσια λύπη. Ψάχνουμε να βρούμε ένα μέρος άγνωστο για να ξεχάσουμε ή και να ξεχαστούμε και καταλήγουμε να θυμόμαστε πιο πολύ. Μία πόλη μεγάλη κι εσύ άγνωστος μέσα σε τόσους αγνώστους να προσπαθείς να βρεις τα κομμάτια σου στα λάθος μέρη. Κι όταν όμως πας στα σωστά μέρη και συναντήσεις τους σωστούς ανθρώπους θα ξέρεις να τους κρατήσεις;

Η κατάθεση.

Το σπίτι μοιάζει με φυλακή αλλά τελικά η αγάπη σου ήταν ακόμα χειρότερη φυλακή. Ήθελα να πετάξω αλλά μου είχες κόψει τα φτερά. Και τώρα κάθε που σε απομακρύνω ασυναίσθητα από τις σκέψεις μου,νιώθω τύψεις. Στην φυλακή μου όμως δε γυρίζω κι ας με πονάει που τώρα άλλους έρωτες κλείνεις στην αγκαλιά σου και μοιράζεσαι με άλλες τις καλημέρες και τις καληνύχτες σου. Δεν πληρούσες τα standards μου κι ούτε εγώ τα δικά σου. Θέλαμε ελευθερία κι οι δύο μα ποτέ δεν το καταφέραμε όσο κι αν προσπαθήσαμε.
Θέλω να πετάξω,θέλω να κάνω όσα δεν έκανα μαζί σου. Να ανακαλύψω άλλα πρόσωπα σε νέους προορισμούς που τίποτα να μη σε θυμίζει. Θέλω να πάω μπροστά γιατί εσύ με κρατούσες πίσω. Δεν θέλω να δοθώ -τουλάχιστον όχι ακόμη- σε νέες αγκαλιές που θα με ματώσουν και θα με απογοητεύσουν ξανά. Έχω κάνει αρκετά βήματα μακριά σου και συνεχίζω να κοιτώ μόνο μπροστά. Υπάρχουν όμως κι αυτά τα βράδια που θα θελήσω να σε ψάξω αλλά θα πιω λίγο και θα ξεχαστώ. Άλλωστε τα πρωινά πάντα είναι ωραία,και ας λείπεις εσύ,γυρνώ και βλέπω ήλιο και τον εαυτό μου τον βρίσκω κάθε μέρα όλο και πιο πολύ. Τώρα με κάνουν άλλοι να νιώθω επιθυμητή και βρίσκω ξανά τη χαμένη μου αυτοπεποίθηση. Βλέπω στα μάτια τους πως υπολογίζουν σ' εμένα και συμπαθούν όλα όσα εσύ δε συμπάθησες ποτέ σου κι ας υποστήριζες το αντίθετο,όπως για παράδειγμα τον αυθορμητισμό μου και την οπτική από την οποία έβλεπα το κάθετί. Δεν ήσουν ικανός να με κάνεις να νιώσω ευτυχισμένη,πάντα ένιωθα λίγη για εσένα και δε μου άξιζε. Προσπαθούσα μάταια να προσελκύσω το ενδιαφέρον σου και δεν μπορούσα να αντέξω που κοιμόμασταν χωριστά,εσύ όμως πάντα το άντεχες,μα πως μπορούσες; Χεσμένη με είχες εν τέλει.





-με πνίγει η αγάπη σου.
-αλήθεια; θα πάω εκεί που ξέρουν να κολυμπάνε.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Κάποτε όλα πετούν μακριά.


Μη μου πεις πως με αγαπάς.
Μη δακρύσεις καθώς θα σκέφτεσαι τις στιγμές μας.
Μην αναρωτηθείς ποτέ τι νιώθω πλέον.
Κουράστηκα να κοιμίζω την ανασφάλεια σου. Κουράστηκα ακόμη και να σε αγαπάω.
Σήμερα είδα ζευγάρι να μαλώνει στη μέση του δρόμου,κοπέλα να μαλώνει στο τηλέφωνο με τον δικό της και χάρηκα που δε βρισκόμουν στη θέση τους. Χάρηκα που τελειώσαμε γιατί έτσι έπρεπε.
Κι εγώ; Δεν θα σου πω ψέματα. Μπορεί να περνάω δύσκολα,μα βρίσκω τρόπους να ξεφεύγω. Βγαίνω πολύ. Καπνίζω λίγο. Γνωρίζω νέα άτομα και κρατώ μόνο τα θετικά τους,γιατί όλοι έχουμε ένα σκοτεινό εαυτό που προσπαθούμε να θάψουμε. Βγάζω την θετική πλευρά του εαυτού μου,προσπαθώ να κοιμίσω τη  λυπημένη και μελαγχολική. Αδράζω κάθε νέα ευκαιρία που μου δίνεται χωρίς τύψεις. Ξαναβρίσκω ότι έχασα μέσα στη σχέση μας. Γιατί μπορεί να 'σαι κομμάτι της καρδιάς μου,μα οι ευτυχισμένες στιγμές μας ήταν πολύ λίγες για να μας κρατήσουν μαζί.
Και για τις μουσικές και τα μέρη που μας θυμίζουν,τι έχεις να πεις; Τα σκέφτομαι και χαμογελάω και μόνο που υπήρξαν. Νιώθω τυχερή μέσα στον πόνο μου που τα έζησα.
Βάζω ένα ποτήρι κρασί και βγαίνω στο μπαλκόνι να θαυμάσω τα χρώματα του ουρανού. Αγκαλιάζω το άπλετο σκοτάδι που απλώνεται εμπρός μου. Χαιδεύω τις πληγές μου ελπίζοντας πως κάποτε θα γιατρευτούν. Μαθαίνω να ζω με το κομμάτι της καρδιάς μου που σου ανήκει και ελπίζω για αυτά που έρχονται. Άλλωστε ο ουρανός έχει πάντα τόση δύναμη που σε γαληνεύει και μόνο που τον κοιτάζεις.

Κανένας πόνος δεν είναι παντοτινός. Κάποτε όλα μέσα σου καταλαγιάζουν. Απλά θέλουν το χρόνο τους. Έχε υπομονή και πίστη.